twitter
rss

 Φώτης Κόντογλου: Το Βλογημένο Μαντρί, «Έργα», τ. Α'


Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.



Αφού βολόδειρε(1) από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά(2).

Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.

Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια(3) και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.


Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:

«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».

Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».

Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:

«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».

Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:

«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».

Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε(4) η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:

«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».

Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.

Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές(5) που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.

Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.

Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.

Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:

«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».


Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:
«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».
Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.
Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.
Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα - Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.
Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:
«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».
Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».
Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:
«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».
Του λέγει ο Άγιος:
«Αλήθεια, τον ξέχασα!».
Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:
«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».
Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου(6)», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».
Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:
«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».
Του λέγει ο Άγιος:
«Έκοψα, ευλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!
Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:
«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».
Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :
«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».
Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:
«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.


Λεξιλόγιο

1. Βολοδέρνω - βασανίζομαι γυρνώντας από δω κι από κει
2. Λεμπεσουριά - φτωχολογιά
3. Ρουπάκι - αγριοβελανιδιά
4. Ξελοχίζω - ζωηρεύω τη φωτιά
5. Πυτιά (η) - μαγιά απ’ την οποία γίνεται το τυρί
6. Μογιλάλος - βουβός

 Καλή χρονιά 2026, με υγεία ψυχής και σώματος, περισσότερη αλληλεγγύη και καλοσύνη!



(αυτό είναι το ημερολόγιο που εκτυπώσαμε εκ μέρους του σχολείου μας και προσφέραμε σε μαθητές και προσωπικό του Νοσοκομείου Παίδων "Η Αγία Σοφία"!)


 


"Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά..." (Γ. Σεφέρης)
Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα!!!

 


Αυτές τις άγιες ημέρες που πλησιάζουν ας δούμε πώς τις προσεγγίζει με την δική του ευαισθησία ο αγαπημένος μας λογοτέχνης, Φώτης Κόντογλου, και πώς προτείνει να τις γιορτάζουμε, σύμφωνα με το ήθος του λαού μας:

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΝΑ ΕΘΙΜΑ ΜΑΣ


«Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που είναι κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα τον ανθρώπου. Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολιούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κοιτάζει μοναχά την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας οι γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε την ρίζα τους στην θρησκεία, ήτανε σεμνές, πνευματικές, ώστε να μη σκανδαλίζουνε τούς φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι κι οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τούς φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τους ταπεινώσουνε, κ’ έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγότερη…

Αδέλφια μου, φυλάξτε τα ελληνικά συνήθειά μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγελιόσαστε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις. «Ευφράνθητε εορτάζοντες». Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την Θείαν Λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δώστε και κανενός φτωχού όστις να υστερήται». Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση»

(Φώτης Κόντογλου, "ΤΟ ΦΟΒΕΡΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ")

 Με πολύ κέφι και χαρά, ετοιμάσαμε και φέτος τις χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις του σχολείου μας!

Παραδοσιακά κάλαντα και τραγούδια, την ιστορία της γέννησης βασισμένη σε εκθέματα του βυζαντινού μουσείου και χριστουγεννιάτικες κατασκευές προσφέραμε στους μαθητές μας στους χώρους του σχολείου μας, αλλά και στους διαδρόμους των ογκολογικών κλινικών και στην είσοδο του Νοσοκομείου Παίδων "Η Αγία Σοφία".

Μικρή γεύση από τη χορωδία μας μπορείτε να πάρετε από τα παρακάτω αρχεία: 









Και εις έτη πολλά!!! 

 Όταν οι εκπαιδευτικοί εμπνέουν και ευαισθητοποιούν τα παιδιά, τότε καλλιεργείται η αγάπη και γίνεται πράξη!

Με την φροντίδα της εξαίρετης καθηγήτριας εικαστικών κ. Θεοδώρας Χανδρινού και την μέριμνα της διεύθυνσης και των εκπαιδευτικών του 1ου Δημοτικού σχολείου Παλαιού Ψυχικού, οι μαθητές του δούλεψαν με φαντασία και μεράκι και έφτιαξαν πανέμορφες κάρτες, ζωγραφιές και σελιδοδείκτες, με σκοπό να τα προσφέρουν στους νοσηλευόμενους μαθητές του Νοσοκομείου Παίδων "Η Αγία Σοφία"!

Έντονα, χαρούμενα χρώματα, πρωτότυπα σχέδια, όμορφες ψαλιδιές, ευφάνταστοι συνδυασμοί συνέθεσαν την προσφορά της αγάπης παιδιών προς παιδιά, με σκοπό να χαρίσουν ελπίδα!








Σας ευχαριστούμε όλους από καρδιάς για την αγάπη σας, που και φέτος αγκάλιασε το σχολείο μας!

Σας ευχόμαστε: 

Καλά Χριστούγεννα και κάθε καλό σε όλους σας!

Μπορεί στο Νευροκόπι οι θερμοκρασίες να είναι οι χαμηλότερες όλης της Ελλάδας και να χαρακτηρίζεται ως η "Σιβηρία των Κάτω Βαλκανίων", όμως η καρδιά των κατοίκων του είναι πολύ θερμές!

Με μεγάλη συγκίνηση λάβαμε ένα δέμα αγάπης. Το περιεχόμενο: Όμορφα παιχνίδια για μικρά και μεγαλύτερα παιδιά, γραφική ύλη, κούκλες, κατασκευές!




Σε μια εποχή που η ενσυναίσθηση και η κοινωνική προσφορά αποτελούν τα πολυτιμότερα μαθήματα για τους νέους ανθρώπους, η κίνηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη αξία. Τα δώρα γέμισαν με χαμόγελα και αισιοδοξία τους μαθητές μας, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι η εκπαιδευτική κοινότητα μπορεί να αποτελέσει έναν ισχυρό δεσμό αλληλεγγύης και αγάπης!

Ευχαριστούμε θερμά όλους τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και κυρίως τους μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Κάτω Νευροκοπίου Δράμας! Τέτοιες ενέργειες αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση και ενισχύουν το όραμά μας για ένα Σχολείο ανοιχτό στην κοινωνία και στον συνάνθρωπο. 

Σας ευχόμαστε από καρδιάς καλά Χριστούγεννα! Καλή δύναμη στο έργο σας και ελπίζουμε σε μελλοντική συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ των Σχολείων μας!

 Αγαπάμε πολύ τον Δεκέμβριο! Μας φέρνει τα Χριστούγεννα! 

Και μαζί με τα Χριστούγεννα, χαιρόμαστε και τις ευκαιρίες που μας δίνονται, για να γινόμαστε κι εμείς πάλι παιδιά! 

Κάτι που ιδιαιτέρως μεριμνούμε, όπως και όλοι οι εκπαιδευτικοί άλλωστε, είναι η επιμελής προετοιμασία για τα ενθύμια των μαθητών μας, τα οποία θα δοθούν επίσης και τους προϊσταμένους των επιμέρους κλινικών, ως ευχαριστία για το έργο τους...

Φέτος επιμεληθήκαμε χριστουγεννιάτικα ενθύμια-τσάντες, τις οποίες θα γεμίσουμε με ημερολόγια, σοκολατάκια, παιχνίδια και ό,τι άλλο σκεφθούμε!

Μικρό δείγμα της προετοιμασίας μας:




 


 Η 17η Νοεμβρίου είναι μια σημαντική ημέρα

 μνήμης για όλους μας. Θυμόμαστε την εξέγερση

 των φοιτητών του Πολυτεχνείου το 1973, οι οποίοι

 ύψωσαν τη φωνή τους απέναντι στη δικτατορία

 ζητώντας δημοκρατία, ελευθερία και αξιοπρέπεια.

 Με το ραδιόφωνο του Πολυτεχνείου και το

 σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία», έδωσαν

 κουράγιο σε όλη την κοινωνία.





Τον Απρίλιο του 1967 μια ομάδα αξιωματικών κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα. Κατά τη διάρκεια της επταετίας, οι πολιτικές ελευθερίες περιορίστηκαν: κόμματα διαλύθηκαν, ο Τύπος λογοκρινόταν, πολλοί άνθρωποι φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν για τα πιστεύω τους. Η κοινωνία ζούσε μέσα σε κλίμα φόβου, ενώ κάθε μορφή ελεύθερης έκφρασης ήταν υπό επιτήρηση.



Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έντονου περιορισμού, οι φοιτητές των ελληνικών πανεπιστημίων άρχισαν να κινητοποιούνται. Τον Νοέμβριο του 1973, οι φοιτητές του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου κατέλαβαν το ίδρυμα και ξεκίνησαν έναν ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό μέσα από τις σχολές. Με το γνωστό πλέον μήνυμα «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο», κάλεσαν τους πολίτες να αντισταθούν στη χούντα και να απαιτήσουν δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα και κοινωνική δικαιοσύνη.


Χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας συγκεντρώθηκαν γύρω από το Πολυτεχνείο για να στηρίξουν την προσπάθεια των φοιτητών. Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου, το καθεστώς απάντησε με βία: στρατιωτικές δυνάμεις και άρματα μάχης επενέβησαν, διαλύοντας την κατάληψη. Παρά τις απώλειες και την καταστολή, η εξέγερση έδειξε ότι η κοινωνία δεν είχε χάσει το θάρρος της. Λίγους μήνες αργότερα, η δικτατορία κατέρρευσε...



Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, κάθε φορά που γινόταν πορεία προς τιμήν του Πολυτεχνείου, ο κόσμος που συμμετείχε έκανε μια στάση κάτω από το σπίτι της μεγάλης Σοφίας Βέμπο, της "τραγουδίστριας της νίκης", για να φωνάξει συνθήματα προς τιμήν της και να την χειροκροτήσει δυνατά!



Τιμούμε την 17η Νοεμβρίου όχι μόνο για όσα έγιναν στο Πολυτεχνείο, αλλά και για όσα μας διδάσκει: να μην αδιαφορούμε, να αγωνιζόμαστε για τις αξίες μας και να υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Είναι μια επέτειος που μας θυμίζει πως η ιστορία γράφεται όταν κάποιοι αποφασίζουν να πουν “όχι” στην αδικία και “ναι” στην ελευθερία






Κάθε γιορτή του σχολείου μας αποτελεί μία μοναδική εμπειρία, κι αυτό γιατί απευθύνεται εκεί όπου υπάρχει περισσότερη ανάγκη για χαμόγελο, ελπίδα και κουράγιο, σε μαθητές που νοσηλεύονται! 

Η εκδήλωση που με πολλή αγάπη ετοιμάσαμε για να τιμήσουμε την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 ήταν διαφορετική από κάθε άλλη χρονιά. Αντί να γίνει στην αίθουσα εκδηλώσεων, αποφασίσαμε να μεταφέρουμε το μήνυμα της ημέρας στους διαδρόμους των ογκολογικών κλινικών του Νοσοκομείου Παίδων "Η Αγία Σοφία", καθώς και στην είσοδο του Νοσοκομείου, ώστε να λάβουν μέρος και τα παιδιά των υπολοίπων κλινικών.

Το πρωί της Παρασκευής 24 Οκτωβρίου, οι εκπαιδευτικοί του Δημοτικού και Νηπιαγωγείου, μαζί με μουσικά όργανα, κατευθυνθήκαμε στις ογκολογικές κλινικές, κρατώντας μικρές ελληνικές σημαίες. 





Εκεί μας υποδέχτηκαν με χαμόγελο οι γιατροί, οι νοσηλευτές και φυσικά οι νοσηλευόμενοι, που ανυπομονούσαν να παρακολουθήσουν τη μικρή μας γιορτή!





Η εκδήλωση ξεκίνησε με γνωστά, επίκαιρα τραγούδια που όλοι αγαπάμε όπως το "Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του" και το "Κορόιδο Μουσολίνι". 


Οι μελωδίες και οι φωνές των παιδιών γέμισαν τον χώρο με ζωντάνια και ενθουσιασμό και έσβησαν για λίγο τον ήχο των μηχανημάτων...

 

Ενδιάμεσα στα τραγούδια και σχετικά με αυτά, οι εκπαιδευτικοί μιλήσαμε, με απλά λόγια, για τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν όταν πραγματοποιήθηκε μια μικρή, συμβολική παρέλαση. Οι νοσηλευόμενοι μαθητές, κρατώντας σημαίες και τραγουδώντας το «Στης Πίνδου τα βουνά», περπάτησαν αργά στους διαδρόμους, με τη βοήθεια του προσωπικού και των γονέων τους. Ήταν μια παρέλαση της ψυχής κι ελπίδας...






Η επετειακή μας εκδήλωση ολοκληρώθηκε ψάλλοντας όλοι μαζί, περήφανα, τον Εθνικό μας ύμνο!

 Η μικρή, αλλά ζεστή μας γιορτή, πραγματοποιήθηκε και στην είσοδο του Νοσοκομείου, όπου μας τίμησαν με την παρουσία τους ο Διοικητής των Νοσοκομείων Παίδων Αθήνας, κ. Μίχας, η αναπληρώτρια Διοικήτρια, κ. Κανέλλου, μέλη του ΔΣ, Τομεάρχες, Προϊσταμένες, Διοικητικό προσωπικό, ιατροί, νοσηλευτές. Τραγουδήσαμε με μεγάλο ενθουσιασμό τα αγαπημένα μας τραγούδια, με ακόμα μεγαλύτερη συμμετοχή από τους παρευρισκομένους. 




Διαβάσαμε σύντομα κείμενα και αφηγήσεις για τα γεγονότα του 1940: για το μεγάλο «Όχι» που είπε η Ελλάδα, για τον ηρωισμό των στρατιωτών στα βουνά της Πίνδου, για τις γυναίκες που κουβαλούσαν τρόφιμα και πολεμοφόδια μέσα στο χιόνι, για την πίστη στην ελευθερία και την ειρήνη. Όλοι άκουγαν με προσοχή και συγκίνηση. Ήταν μια ζωντανή ιστορία που άγγιξε τις καρδιές όλων.

Εξίσου συγκινητική με προηγουμένως ήταν η συμβολική παρέλαση που πραγματοποιήθηκε, περήφανα, αυτή τη φορά με μαθητές των Παιδιατρικών κλινικών του Νοσοκομείου.

Τέλος, κι εδώ όλοι μαζί - μαθητές, εκπαιδευτικοί, προσωπικό και επισκέπτες - ψάλαμε τον Εθνικό μας Ύμνο. Η συγκίνηση ήταν διάχυτη, τα μάτια πολλών γέμισαν δάκρυα, και όλοι νιώσαμε πως εκείνη τη στιγμή τιμούσαμε πραγματικά την πατρίδα μας, όχι μόνο με λόγια, αλλά με πράξεις αγάπης και ανθρωπιάς.

Ακολούθως, βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες με τη Διοίκηση και το προσωπικό του Νοσοκομείου. Όλοι χαμογελούσαν, και ήταν φανερό πως αυτή η απλή, ανθρώπινη γιορτή είχε αγγίξει τις καρδιές τους...

Η 28η Οκτωβρίου δεν είναι μόνο μια ημερομηνία στο ημερολόγιο ή μια παρέλαση στην πλατεία. Είναι ένα μάθημα ζωής: να λέμε «όχι» σε ό,τι μας φοβίζει, να στεκόμαστε δίπλα ο ένας στον άλλον, να μη χάνουμε το κουράγιο μας. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο σπουδαίο μάθημα που μπορεί να πάρει ένα παιδί.

Ήταν μια μέρα γεμάτη συγκίνηση, χαρά και υπερηφάνεια

Φεύγοντας, όλοι νιώθαμε λίγο πιο πλούσιοι — όχι σε πράγματα, αλλά σε συναισθήματα. Και είμαστε σίγουροι πως οι ήρωες του ’40 θα ήταν περήφανοι για αυτή τη μικρή, αλλά τόσο μεγάλη, γιορτή μας.